Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Δυο χιλιάδες δεκαέξι


Δυο χιλιάδες δεκαέξι, λοιπόν. Δυο χιλιάδες δεκαέξι! Δεν χορταίνω να το προφέρω, θαυμάζοντας που έχουμε φτάσει ως Ανθρωπότητα, τι έχουμε καταφέρει. Ένα σιγανό σφύριγμα με αναγκάζει να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό την ώρα που το ασημένιο Οικουμενικό σκάφος γλιστρά σιωπηλά πάνω από το κεφάλι μου με τα χιλιάδες χριστουγεννιάτικα φωτάκια και το ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΟΝ ΓΑΛΑΞΙΑ να αναβοσβήνει στο πλάι σε όλες τις διαπλανητικές γλώσσες.

 Η θερμική στολή διατηρεί στο σώμα μου την θερμοκρασία ενός δροσερού απογεύματος του Ιουνίου και τα χνώτα μου είναι ο μόνος παραδοσιακός τρόπος για να καταλάβω την διαφορά της εξωτερικής θερμοκρασίας που βρίσκεται στους –1 (όπως μου εμφανίζεται τρισδιάστατη η πληροφορία στον χώρο με το που θα την σκεφτώ). 
 Ακουμπώντας απαλά με το διαδραστικό μου γάντι στον αυχένα του ρομπότ που ζητιανεύει με το ένα πράσινο μάτι του μισοσβησμένο, του δίνω τα 567 TESLA ενέργειας που μου περισσεύουν αλλά εκείνου (παλιό μοντέλο του ’93) του είναι απαραίτητα και το ακούω να να με ευχαριστεί γουργουρίζοντας σε κάτι που ακούγεται με τουρκοαραβική γλώσσα. Με το γάντι συνδεδεμένο ακόμα στον σκουριασμένο αυχένα του, του στέλνω εγκεφαλικά ακόμα μία πληροφορία: ‘Έχει υγρασία και έχεις σκουριάσει. Πήγαινε στο Α35. Σήμερα κάνουν επισκευές και μοιράζουν ανταλλακτικά.’. Τα μάτια του ως δείγμα φόρτισης γίνονται γαλανά, κάνει επιτόπου στροφή και ξεκινάει κουτσαίνοντας.

Δεν προλαβαίνω να το παρακολουθήσω που στρίβει στο παρακάτω στενό και το ολόγραμμα του Χλόμπο εμφανίζεται μέσα στο οπτικό μου πεδίο να με ρωτήσει που βρίσκομαι και γιατί έχω αργήσει ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουν μαζευτεί για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Δεν είναι κακό παιδί ο Χλόμπο. Άσχετα αν κάθε φορά προσπαθώ να καταλάβω τις περίεργες εκφράσεις του την ώρα που μεταλλάσσονται συνεχώς σε ένα πρόσωπο που μοιάζει με αφηρημένη χρυσογαλάζια ζύμη με τρεις κουκκίδες για μάτια. Φαντάζομαι πως και εκείνου θα του φαίνονται περίεργες οι δικές μας γήινες εκφράσεις. Είναι δεύτερης γενιάς απελευθερωμένων Εκτοριανών και μια μικρή διαπλανητική προκατάληψη από μέρους του για τους γήινους είναι φυσικό να υπάρχει. Του λέω πως έρχομαι ελπίζοντας να μην ήταν θυμωμένος όλη αυτή την ώρα.

 Η ένδειξη στην ενέργεια TESLA βρίσκεται στο πορτοκαλί, ένα βήμα στο να κοκκινίσει και μετά να μείνω χωρίς, έχω μόλις 15 λεπτά και 56 δευτερόλεπτα μέχρι την αλλαγή του χρόνου και μου έχουν μείνει μόνο 1768T. Βλαστημώ, γιατί αν δεν τα είχα δώσει σε εκείνο το ρομπότ ίσως να είχα την άνεση να χρεώσω ένα χοβερκαμπ να με πετάξει ακριβώς έξω από το σπίτι σε λιγότερο από ένα λεπτό.

 Δεν χωνεύω τους χρονοθαλάμους και ο λόγος είναι γιατί στην καλύτερη προσφορά τους σου προσφέρουν μόνο 12 λεπτά παρελθοντικού χρόνου και όλο αυτό για 815Τ, αλλά με την ενέργεια που μου έχει απομείνει είναι η μόνη λύση για να φτάσω στην ώρα μου. Απλώνω το ολογραφικό μου οδηγό στο χώρο, να με καθοδηγήσει στον πιο κοντινό απ’ τους θαλάμους και μια μοβ γραμμή ορατή μόνο στους δικούς μου οπτικούς νευρώνες που καταλήγει στον προορισμό μου εμφανίζεται φωτεινή κάτω από τις μπότες μου. Υπολογίσιμος χρόνος με τα τα πόδια: 3 λεπτά και 47 δευτερόλεπτα.

Είμαι εκεί σε 4 και κάτι, παρόλο που ήμουν βιαστικός. Προσπέρασα γρήγορα το παλιό Μουσείο Κινητού Τηλεφώνου με τα κινούμενα γκραφίτι στους τοίχους και την Πλατεία Δωρεάν WiFi, ενώ λίγα δευτερόλεπτα πριν φτάσω στην τελική ένδειξη του φωτεινού κόκκινου κύκλου πάνω στο πεζοδρόμιο αρχίζει αυτόματα να υψώνεται μέσα από αυτόν ο χρονοθάλαμος. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνω βιαστικά μέσα.

 Κλείνει απότομα. Εκεί βρωμάει σκατά και ούρα. Πεταμένες στο πάτωμα, σύριγγες, αποτσίγαρα, στικάκια USB. Εσωτερικά στον κυλινδρικό του τοίχο, αυτοκόλλητα πορνογραφικών σάιτ με γαμήσια, πισωκολητά και πίπες κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, μου ζητάνε να συνδεθώ με ένα κλικ όσο ψάχνω προσεκτικά την ένδειξη εκκίνησης του χρονοθαλάμου που είναι το γνωστό κόκκινο σύμβολο ενός ιπτάμενου αυτοκινήτου Ντελόρεαν. ‘Κλινκ!’ είναι ο ήχος που κάνει μόλις το πατάω με το γάντι μου.
Τα φώτα χαμηλώνουν. Στη συνέχεια, βουητό και ένα περίεργο φως που κάνει να διακρίνονται τα κόκαλα μου σαν να γίνομαι ξαφνικά διάφανος. Μπορεί και να γίνομαι, δεν ξέρω πως λειτουργούν αυτά τα μαραφέτια ή αν τηρούν βασικούς κανόνες υγιεινής και ασφαλείας , σημασία έχει πως βιάζομαι να προλάβω το νέο έτος με τους…

 Ξαφνικά, εξωτερικός κρότος. Και απότομο σκοτάδι.
(Γαμώτο! Είναι φυσιολογικό αυτό;) 
Δεύτερος κρότος.
 (Ψυχραιμία. Μη πανικ…)
 Ντρου, ντρου, ντρου,ντρου,ντρου…
(Τι είν’ αυτό; Δεν το’χει ξανακάνει. Έχω ακούσει ιστορίες για ανθρώπους που όταν χρησιμοποίησαν χρονοθαλάμους…)
Ήχος από μεταλλικά νύχια που ξύνουν με μανία εξωτερικά τον θάλαμο σαν κάποιος να προσπαθεί να μπει μέσα.
 (Γαμώτο, βγάλτε με! Βγάλτε με! Βγάλ…) 

 -ΓΚΝΤΑΠ! Τινάζομαι απότομα μπροστά.
 «Αει, μαλάκααα! Κουνήσου, ρε μαλάκα!», ακούω, αλλά όχι από απ’ έξω.

 Όλες μου οι αισθήσεις έχουν επανέλθει. Όλα είναι τελείως διαφορετικά σαν να ξύπνησα από όνειρο, ή σαν να βρίσκομαι κάπου αλλού. Σε ένα ξένο σώμα. Σε ένα κάθισμα. Δεν φοράω πια τη θερμική στολή, μόνο ένα απαρχαιωμένο μπουφάν. Βρίσκομαι σε ένα απαρχαιωμένο αυτοκίνητο, ο άνθρωπος που οδηγεί δίπλα μου είναι νευριασμένος, τινάζει το τσιγάρο του από το μισάνοιχτο παράθυρο του απ’ το οποίο μπαίνει κρύο.
 «Ξένους…»μονολογεί. «Γεμίσαμε ξένους…Γίναμε ξένοι στον τόπο μας….»
Κοιτάζω έξω και όλα αν και τελείως διαφορετικά, μοιάζουν οικεία. Οι άνθρωποι, οι δρόμοι, τα κτίρια, τα οχήματα.
 «Που είμαστε;» ρωτάω κοιτώντας τον ουρανό. Κανένα ασημένιο Οικουμενικό σκάφος με χριστουγεννιάτικα φωτάκια δεν διασχίζει ήσυχα τον νυχτερινό ουρανό. Μόνο κάτι αξιοθρήνητα φανάρια δρόμου.
«Δεν βλέπεις;» με κοιτά αγριεμένος φυσώντας τον καπνό «Κολλήσαμε! Έχουνε βγει παραμονή με τα αυτοκίνητα…»
 «Παραμονή; Ποιου έτους;» Με κοιτάει περίεργα αν και έχω αρχίσει να καταλαβαίνω τι συνέβη. Η λέξεις ‘ταξί’ , ‘ταρίφας’ και ‘επιβάτης’ έρχονται γρήγορα στην αφυπνισμένη συνείδηση που αποκτώ για έναν άλλο διαφορετικό παράλληλο κόσμο στον οποίο με πέταξε από βλάβη ο χρονοθάλαμος.
« ΠΟΙΟΥ ΕΤΟΥΣ;», επαναλαμβάνω επίμονα.
 «Του 2016…Παραμονές του 2016.», μουρμουρίζει να με ξεφορτωθεί «Νόμιζες κάτι άλλο;…Εδώ δεν είσαι, ρε φίλε;»
 Τώρα αναγνωρίζω τα πάντα. Ποιος είμαι, που πάω, σε ποιο κόσμο έχω πραγματικά μεγαλώσει ενώ θυμάμαι το αργοπορημένο μου ραντεβού «Εδώ. Άστε με εδώ!».

 Με το κλείσιμο της πόρτας του ταξί ξεθωριάζει και η ουτοπία ενός 2016 που ποτέ δεν θα δοθεί η ευκαιρία να υπάρξει παρά μόνο από μέσα από εκείνες τις ταινίες που έβλεπα πιτσιρικάς . Που περίμενα πως θα έβρισκα μεγαλώνοντας.
 «Καλή χρονιά» του εύχομαι τυπικά. Ο ταξιτζής βάζοντας στο πορτοφόλι τα χρήματα δεν απαντά. Πιάνει το τιμόνι με το ένα χέρι και φεύγει να προλάβει το φανάρι αφήνοντας με στο τσουχτερό κρύο της τελευταίας νύχτας του πραγματικού Δεκεμβρίου του 2015.
Ένα λεπτό μετά χτυπάω το κουδούνι του φίλου μου.